επικατασκευάζω

ἐπικατασκευάζω (Α)
1. χτίζω κάτι πάνω σε κάτι
2. επιφέρω επιπλέον («ἐπικατασκευάζειν πρὸς τῷ πολέμῳ στάσιν ἑαυτοῑς καὶ λιμόν», Ιώσ.)
3. υποστηρίζω κάτι με πρόσθετα επιχειρήματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικατασκευαζομένων — ἐπικατασκευάζω build upon pres part mp fem gen pl ἐπικατασκευάζω build upon pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατασκευαζομένοις — ἐπικατασκευάζω build upon pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατασκευασθήσεται — ἐπικατασκευάζω build upon fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατασκευάζειν — ἐπικατασκευάζω build upon pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατασκευάζεται — ἐπικατασκευάζω build upon pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατασκευάσαι — ἐπικατασκευά̱σᾱͅ , ἐπικατασκευάζω build upon fut part act fem dat sg (doric) ἐπικατασκευάζω build upon aor inf act ἐπικατασκευάσαῑ , ἐπικατασκευάζω build upon aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικατασκευάσας — ἐπικατασκευά̱σᾱς , ἐπικατασκευάζω build upon fut part act fem acc pl (doric) ἐπικατασκευά̱σᾱς , ἐπικατασκευάζω build upon fut part act fem gen sg (doric) ἐπικατασκευάσᾱς , ἐπικατασκευάζω build upon aor part act masc nom/voc sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επικατασκευή — η [επικατασκευάζω] κατασκευή πάνω σε κάτι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.